Ποιος ήταν το “Γελαστό παιδί” του Μίκη Θεοδωράκη;

Tου κ. Damian Mac Con Uladh σε μετάφραση κας Βασιλικής Πλούμπη.

Γραμμένο προς τιμήν του ήρωα της Ιρλανδικής ανεξαρτησίας Μάικλ Κόλινς, το τραγούδι του Μπρένταν Μπίαν “Το αγόρι που γελούσε”,  το “Γελαστό παιδί”, όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά, ταυτίστηκε με διάφορες προσωπικότητες και συμβάντα της ελληνικής ιστορίας και είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα τραγούδια των τελευταίων 40 χρόνων στην Ελλάδα.

An Post, Ireland's postal service, launched a stamp commemorating the 50th anniversary of Behan's death on March 20 (Photo: An Post)

Είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, ένα εμβληματικό τραγούδι που για σχεδόν 50 χρόνια εξέφραζε τη λαχτάρα για περισσότερη δημοκρατία στην Ελλάδα και τον αγώνα ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία του 1967-1974.

Κι είναι στ΄αλήθεια τόσο δημοφιλές το “Γελαστό παιδί” που δύσκολα θα βρεθεί κάποιος Έλληνας που δεν το αναγνωρίζει ή που δεν ξέρει έστω λίγους στίχους του, αφού κιόλας συχνά περιλαμβάνεται στις σχολικές γιορτές για τον εορτασμό της φοιτητικής εξέγερσης του Πολυτεχείου το Νοέμβρη του 1973.

Όμως, παρά τη μεγάλη δημοτικότητα του τραγουδιού, πολλοί θα ξαφνιάζονταν αν μάθαιναν ότι οι ρίζες του είναι Ιρλανδικές, ότι είναι ένα ποίημα στην Αγγλική γλώσσα

 ( δεύτερη επίσημη γλώσσα στην Δημοκρατία της Ιρλανδίας μετά την Ιρλανδική) και ότι δημιουργός του ήταν ένα αγόρι που θα γινόταν στη συνέχεια ένας από τους διασημότερους και δημοφιλέστερους Ιρλανδούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο Μπρένταν Μπίαν. Στις 20 Μαρτίου 2014 έκλεισαν 50 χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του στα 41 του χρόνια λόγω αλκοολισμού. “Είμαι ένας πότης με συγγραφικό πρόβλημα”, είχε πει κάποτε ο ίδιος.

Δώδεκα χρονών, στα μέσα της δεκαετίας του ’30, ο Μπίαν έγραψε το ποίημα προς τιμήν του Μάικλ Κόλλινς, ενός ήρωα του πολέμου του 1919-1921 για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας  από τη Βρεττανία. Ο Κόλλινς δολοφονήθηκε σε ηλικία μόλις 31 ετών το 1922 από παλιούς του συντρόφους κατά τη διάρκεια του εμφυλίου που ακολούθησε. Αργότερα ο Μπίαν ενσωμάτωσε το ποίημα στο εξαιρετικά πετυχημένο θεατρικό του “Ένας όμηρος” , το οποίο περιγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν στην προσχεδιασμένη εκτέλεση ενός 18χρονου, μέλους του ΙΡΑ, κατηγορούμενου για τον φόνο ενός αστυνομικού ( Το “Ένας Ομηρος” είναι βασισμένο σε μονόπρακτο του Μπίαν στην Ιρλανδική γλώσσα).

Aged 12, Brendan Behan wrote 'The laughing boy' in honour of Michael Collins, who was assassinated during the Irish civil war in August 1922 (File photo)

Το έργο, που γράφτηκε το 1958, πρωτοανέβηκε στο Λονδίνο κι αργότερα παίχτηκε στο Παρίσι, όπου και τράβηξε την προσοχή του Θεοδωράκη που ζούσε εκεί από το 1954. Αποτέλεσε πηγή έμπνευσης ενός ομώνυμου κύκλου 16 τραγουδιών. Τους στίχους απέδωσε στα ελληνικά ο Βασίλης Ρώτας.

“ Στο “Ένας όμηρος” ο Μπρένταν Μπίαν ασχολείται με τον αγώνα του Ιρλανδικού λαού για λευτεριά. Αυτή η νέα Ιρλανδική μυθολογία μου φαίνεται ότι συγγενεύει πολύ με τη δική μας. Τα ερωτήματα για τον Θεό, την ύπαρξη, τη μοναξιά, την αγάπη και το μίσος διατηρούν την ουσιαστική τους σημασία στον ανθρώπινο αγώνα για ζωή και ελευθερία. Αυτό ισχύει τόσο για τη Βόρεια Ιρλανδία, όσο και για την Ελλάδα. Όταν συνέθεσα τη μουσική για το “’Ένας όμηρος”, δεν ήθελα να δημιουργήσω μια τυπική ελληνική λαϊκή μουσική- ήθελα τουλάχιστον η μουσική φόρμα να αντιστοιχεί στην ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του έργου”, είχε πει ο Θεοδωράκης στον Πάτρικ Σάμμον, έναν Ιρλανδό διπλωμάτη που έχει διερευνήσει τους δεσμούς του τραγουδιού με την Ελλάδα.

Το έργο ανέβηκε στην Ελλάδα το 1962 σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα. Σε μια εποχή που κάθε αναφορά στον ελληνικό εμφύλιο ήταν εν πολλοίς απαγορευμένη και κάθε δραστηριότητα της αριστεράς γινόταν κάτω από την ασφυκτική επίβλεψη του κράτους της δεξιάς, το έργο του Μπίαν αντιπροσώπευε όσους ταυτίζονταν με την αριστερά και τη δική τους ιστορία.

Το τραγούδι “συνδέθηκε με διάφορους κοινωνικούς, οικονομικούς και άλλους αγώνες για την παιδεία, για περισσότερη δημοκρατία, με διάφορους τρόπους επαναδιαπραγμάτευσης του κοινωνικού συμβολαίου, με τον τρόπο που οι άνθρωποι θα ήθελαν να ζουν, με τον τρόπο που θα ήθελαν να προχωρήσουν”, δήλωσε ο ποιητής Γιώργος Χουλιάρας σε ένα Ιρλανδικό ραδιοφωνικό χρονικό πριν από κάποια χρόνια. Είπε ακόμα ότι τέτοιες “διορθώσεις” και “παρανοήσεις” είναι “οπωσδήποτε σχετικές με όλα τα πολιτιστικά ζητήματα”. Και ακριβώς εξαιτίας αυτών το τραγούδι “έγινε κάτι που θεωρείται απόλυτα Ελληνικό”.

An album cover for Theodorakis' album 'The Hostage', sung by Maria Farantouri

Το τραγούδι ταυτίστηκε επίσης με συγκεκριμένα πρόσωπα. Όπως επεσήμανε ο ιστορικός Κωστής Κουρεντής, το “Γελαστό παιδί” ήταν για πολλούς ο επιφανής κομμουνιστής Νίκος Μπελογιάννης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα το 1952, μια ταύτιση που πυροδοτήθηκε από την εμβληματική του φωτογραφία κατά τη διάρκεια της δίκης του, στην οποία χαμογελά καρατώντας στο χέρι του ένα γαρύφαλλο. Το τραγούδι συνδέθηκε επίσης στο μυαλό του κόσμου με τον Σωτήρη Πέτρουλα, έναν φοιτητή 22 χρονών που σκοτώθηκε όταν η αστυνομία επιτέθηκε στους διαδηλωτές τον Ιούλιο του 1965.

Όπως εξηγεί ο Σάμμον, το τραγούδι πήρε κανούρια πνοή όταν συμπεριελήφθηκε στη μουσική επένδυση της ταινίας του Κώστα Γαβρά “Ζ”, η οποία αναφέρεται στη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη. Τραγουδισμένο από τη Μαρία Φαραντούρη, ταυτίστηκε με τον Λαμπράκη, ένα ακτιβιστή και πασιφιστή που έδωσε το όνομά του σε ένα μαζικό νεολαιίστικο κίνημα.

Κι άλλες συνδέσεις ακολούθησαν. Η Φαραντούρη, αυτοεξόριστη μετά την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, το τραγούδησε σε συναυλίες συμπαράστασης σε όλη την Ευρώπη. “Έγινε ένας ύμνος όχι μόνο του Ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος, αλλά και κάθε απελευθερωτικού κινήματος στον κόσμο και της Ελληνικής δημοκρατίας”, δήλωσε στην ίδια ραδιοφωνική εκπομπή. Όταν στις 17 Νοεμβρίου του 1973 η χούντα έστειλε τα τανκς εναντίον των φοιτητών  και των πολιτών που διαμαρτύρονταν, προκαλώντας το θάνατο τουλάχιστον 24 ανθρώπων σε διάστημα λίγων ημερών, η Φαραντούρη πρόσθεσε μερικούς στίχους συνδέοντας απευθείας το τραγούδι με το γεγονός.

Αυτή ήταν η εκδοχή που τραγούδησε στη μνημειώδη συναυλία που δόθηκε από τον Θεοδωράκη τον Οκτώβριο του 1974 για να σηματοδοτήσει την πτώση της χούντας το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Εκεί που στο ποίημα του Μπίαν το “γελαστό παιδί”, ο Μάικλ Κόλλινς, σκοτώνεται “ένα πρωί του Αυγούστου”, οι στίχοι της Φαραντούρη αναφέρονται στις “17 Νοέμβρη”. Κι αντί του “σκοτώσαν οι δικοί μας”, η παραλλαγή του Πολυτεχνείου αναφέρεται στους δολοφόνους ως “οι φασίστες”.

Πιο πρόσφατα, το τραγούδι συνδέθηκε και πάλι με γεγονότα της επικαιρότητας. Ανάμεσα στα σχόλια που συνοδεύουν το τραγούδι στο YouTube, υπάρχουν αναφορές στον Αλέξη Γρηγορόπουλο, ένα 15χρονο αγόρι που δολοφονήθηκε από έναν ειδικό φρουρό τον Δεκέμβριο του 2008 και στον Παύλο Φύσσα, τον 34χρονο καλλιτέχνη του χιπ-χοπ που μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου από έναν οπαδό της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής τον Σεπτέμβριο του 2013.

Και τι θα έλεγε ο Μπίαν για το μεταθανάτιο ταξίδι του τραγουδιού του στην Ελλάδα; Ο Σάμμον δεν έχει καμία αμφιβολία ότι θα το ενέκρινε. “Νομίζω ότι θα ενθουσιαζόταν αν ήξερε ότι τα παιδιά στην Ελλάδα μαθαίνουν αυτό το τραγούδι στο σχολείο. Είχε γράψει ένα υπέροχο διήγημα με τίτλο “Το κοστούμι του Ευχέλαιου”. Ξεχείλιζε από ιστορίες. Θα του άρεσε πραγματικά η σκέψη ότι οι άνθρωποι στην Ελλάδα τραγουδάνε αυτό το τραγούδι”.

 Ο Σάμμον πιστεύει ότι τώρα είναι η στιγμή να επαναεξαχθεί το τραγούδι στην Ιρλανδία ως φόρος τιμής στον ίδιο τον Μπίαν. “Νομίζω ότι θα ήταν υπέροχο αν κάποιος μπορούσε να γράψει στίχους στα Ιρλανδικά

(Κέλτικα)  για τη μουσική του Θεοδωράκη και να τους τραγουδήσει προς τιμή του Μπρένταν Μπίαν, γιατί είναι κάποιος με ζώσα παρουσία. Θα μας εξύψωνε το ηθικό σε τέτοιους δύσκολους καιρούς. Είναι ένα σύντομο ποίημα. Αλλά θα ήταν κάτι στ’ αλήθεια μοναδικό”

'Mikis Theodorakis and Maria Farantouri on an album cover of 'The Hostage'

 The laughing boy

By Brendan Behan

It was on an August morning, all in the morning hours,

I went to take the warming air all in the month of flowers,

And there I saw a maiden and heard her mournful cry,

Oh, what will mend my broken heart, I’ve lost my Laughing Boy.

 

So strong, so wide, so brave he was, I’ll mourn his loss too sore

When thinking that we’ll hear the laugh or springing step no more.

Ah, curse the time, and sad the loss my heart to crucify,

Than an Irish son, with a rebel gun, shot down my Laughing Boy.

 

Oh, had he died by Pearse’s side, or in the GPO,

Killed by an English bullet from the rifle of the foe,

Or forcibly fed while Ashe lay dead in the dungeons of Mountjoy,

I’d have cried with pride at the way he died, my own dear Laughing Boy.

A stamp commemorating Brendan Behan was released in Ireland on March 20, the 50th anniversary of his death (Photo: An Post)

My princely love, can ageless love do more than tell to you

Go raibh míle maith agat, for all you tried to do,

For all you did and would have done, my enemies to destroy,

I’ll prize your name and guard your fame, my own dear Laughing Boy.

 

Το γελαστό παιδί
(η ελληνική απόδοση του Βασίλη Ρώτα)

Ήταν πρωί τ’ Αυγούστου
κοντά στη ροδαυγή
βγήκα να πάρω αγέρα
στην ανθισμένη γή

Βλέπω μια κόρη κλαίει
σπαραχτικά θρηνεί
σπάσε καρδιά μου εχάθει
το γελαστό παιδί

Είχεν αντρειά και θάρρος
κι αιώνια θα θρηνώ
το πηδηχτό του βήμα
το γέλιο το γλυκό

Ανάθεμα στη ώρα
κατάρα στη στιγμή
σκοτώσαν οι δικοί
μας το γελαστό παιδί

Ω, να ‘ταν σκοτωμένο
στου αρχηγού το πλάϊ
και μόνο από βόλι
Εγγλέζου να ‘χε πάει

Κι απ’ απεργία πείνας
μεσα στη φυλακή
θα ‘ταν τιμή μου που ‘χασα
το γελαστό παιδί

Βασιλικιά μου αγάπη
μ’ αγάπη θα σε κλαίω
για το ότι έκανες
αιώνια θα το λέω

Γιατί όλους τους εχθρούς μας
θα ξέκανες εσύ
δόξα τιμή στ’ αξέχαστο
το γελαστό παιδί

 

Share: