
ΤΑ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΑ ΤΟΥ '92 ΚΑΙ Ο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ
Η Μακεδονία του Ηλία Πετρόπουλου
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις του Ηλία Πετρόπουλου φιλοξενήθηκε το 1992 σε περιοδικό των Σκοπίων. Μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες, ο συγγραφέας μιλάει για τη Θεσσαλονίκη, τη Μακεδονία και τον ελληνικό εθνικισμό.
Συμπληρώνονται, αυτή τη βδομάδα, 17 χρόνια από το μεγάλο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης για το Μακεδονικό (14 Φεβρουαρίου 1992) που σημάδεψε τις κατοπινές εξελίξεις, εφόσον δέσμευσε κυβέρνηση και αντιπολίτευση στο αδιέξοδο και φιλοπόλεμο ιδεολόγημα ότι «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική».
Τα ελληνικά κόμματα, αλλά ακόμα και συντηρητικοί αναλυτές έχουν, μετά από χρόνια, συμφωνήσει ότι η εθνικιστική υστερία εκείνης της εποχής ήταν ο χειρότερος σύμβουλος για την προώθηση των συμφερόντων της ίδιας της Ελλάδας στην περιοχή.
Σήμερα, με εξαίρεση την οργανωμένη ακροδεξιά και κάποιους βετεράνους τρόφιμους των μυστικών κονδυλίων, όλοι συμφωνούν ότι το κλίμα των αρχών του 1992 ήταν εκείνο που στοίχισε στην Ελλάδα την επίτευξη μιας έγκαιρης και αμοιβαία αποδεκτής λύσης στο πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
Αλλά αυτά που τώρα πια θεωρούνται περίπου ως δεδομένα για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών αναλυτών και τις ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων που κινούνται εντός του συνταγματικού τόξου, ήταν τότε ένα μεγάλο ταμπού. Και όσοι -ελάχιστοι- τόλμησαν το 1992 να αντιταχθούν στο μαζικό -και εν πολλοίς διατεταγμένο- κύμα εθνικιστικής υστερίας βρέθηκαν αντιμέτωποι με δικαστικές διώξεις και την άμεση απειλή λιντσαρίσματος από «αγανακτισμένους εθνικόφρονες» της χώρας μας.
Μέσα σ' αυτό το βαρύ και ανελεύθερο κλίμα, ο γνωστός συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος (1928-2003) από το Παρίσι έδωσε μια συνέντευξη στο περιοδικό των Σκοπίων «Επόχα» που δημοσιεύτηκε στις 14 Μαρτίου 1992. Με τη γνωστή του προκλητική ευθύτητα, ο λαογράφος απαντά χωρίς περιστροφές στα ερωτήματα της Λιλιάνας Κότεβσκα, μεταφράστριας που ζούσε τότε κι αυτή στο Παρίσι.
Μόλις κυκλοφόρησε το περιοδικό, ο Πετρόπουλος μας έστειλε σε φωτοτυπία το δημοσίευμα και το δικό του κείμενο στα ελληνικά, «αποκλειστικά για την “Ε”». Φυσικά, ούτε λόγος τότε για να δημοσιευτεί αυτό το κείμενο σε ελληνική εφημερίδα. Του εξηγήσαμε τηλεφωνικά το πρόβλημα και αντιμετωπίσαμε την πικρή του συγκατάβαση.
Ανασύρουμε σήμερα από το αρχείο μας αυτή τη συνέντευξη και την παρουσιάζουμε, παρά το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό αναβιώνουν κάποια κρούσματα μακαρθισμού, παρόμοια μ' εκείνα που είχαμε ζήσει στις αρχές της δεκαετίας του '90.
Το χρωστάμε, άλλωστε, στον ίδιο τον Πετρόπουλο, που δεν δίστασε σε όλη του τη συγγραφική διαδρομή να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, όπως εκείνος τα αντιλαμβανόταν και χωρίς να υπολογίζει το προσωπικό κόστος.
Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο, το οποίο κανείς πρέπει να τοποθετήσει στην εποχή του για να αντιληφθεί τις σκληρές διατυπώσεις του.
Αλλά η συνέντευξη έχει και μια δεύτερη αξία: περιέχει σημαντικά αυτοβιογραφικά στοιχεία, που βοηθούν στην κατανόηση του τόσο ανοιχτού αλλά και ταυτόχρονα κλειστού αυτού «λαογράφου του υπογείου».
Η συνέντευξη δόθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1992. Εκείνες τις μέρες διοργανώθηκε στο Παρίσι δημόσια συζήτηση για το ειδικό τεύχος του περιοδικού “Autrement”, αφιερωμένο στη Θεσσαλονίκη, που κυκλοφόρησε σε ανάμνηση των 500 χρόνων από την εγκατάσταση των Εβραίων στην πόλη.
Το πρώτο κείμενο ήταν του Πετρόπουλου. Σ' αυτό το πλαίσιο έγινε και η εγκάρδια συνάντησή του με την Κότεβσκα. Ο Πετρόπουλος δέχτηκε πρόθυμα να της παραχωρήσει τη συνέντευξη. Η αφιέρωση στο βιβλίο που της προσέφερε έγραφε: «Στους γείτονές μου (ως Μακεδόνες και Παριζιάνους) από καρδιάς».
Στο εισαγωγικό της σημείωμα η Κότεβσκα σημειώνει: «Ο έλληνας συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος ο οποίος πριν είκοσι χρόνια εγκατέλειψε την Ελλάδα και ζει στο Παρίσι αναλύει τις ρίζες της ελληνικής παράνοιας και του σοβινισμού. Η συνάντηση με τον Ηλία Πετρόπουλο, αυτοεξόριστο έλληνα ποιητή και συγγραφέα, συμπίπτει με την οργάνωση του συλλαλητήριου στη Θεσσαλονίκη που είναι η πιο πρόσφατη έκφραση του σοβινισμού στην Ελλάδα. Ξεκινώντας από το γεγονός ότι με μια συζήτηση δεν μπορεί να αποφασιστεί το μέλλον κάποιου λαού, πήρα το θάρρος να αναταράξω τη μοναχική ψυχή του δημιουργού, απλά κινούμενη από την επιθυμία να μοιραστώ τη γνωριμία μαζί του με όλους εκείνους τους αναγνώστες, οι οποίοι πιστεύουν και αναγνωρίζουν μια μοναδική δύναμη – τη δύναμη της ψυχής. Για τον εαυτό του λέει ότι δεν ανήκει σε κανέναν και ότι ο μοναδικός του οδηγός είναι η δουλειά».
- Ποιο είναι το μυστικό της αυτοεξορίας σας;
«Η ελευθερία. Η ελευθερία να γράφεις χωρίς φοβίες και η ελευθερία να δημοσιεύεις χωρίς νομικές συνέπειες. Ανέκαθεν ήθελα να φύγω από την Ελλάδα για να μπορέσω να ανασάνω. Τελικώς, ξεκίνησα να φύγω την εποχή της Χούντας, αλλά δεν μου έδοσαν διαβατήριο. Κατάφερα να φύγω το 75. Ποτέ δεν ξαναγύρισα στην χώρα μου».
- Το δοκίμιό σας για τη νοσταλγία και τη Θεσσαλονίκη ξεκινά με την εικόνα ελληνικής κατοχής της πόλης, το 1912. Ποιο είναι το περιεχόμενο των παιδικών σας αναμνήσεων;
«Η οικογένειά μας ανέβηκε “υποχρεωτικά” από την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη, αφού ο πατέρας μου (ένας ασήμαντος δημόσιος υπάλληλος) πήρε μετάθεση για την βόρεια Ελλάδα. Αυτό έγινε στις αρχές της δεκαετίας του '30.
Συνεπώς, εγκατασταθήκαμε τότε σε μια Θεσσαλονίκη που ήτανε, ακόμη, η μεγάλη πολυεθνική πόλη, όπου κυριαρχούσε το εβραϊκό στοιχείο.
Οι εβραίοι, οι έλληνες, οι αρβανίτες (τους λέγαμε: αρναούτηδες), οι σέρβοι, οι αρμένηδες, οι σλαβομακεδόνες, οι βούργαροι, οι ρουμανόβλαχοι, οι λαζοί (άλλοι ήσανε ελληνόφωνοι κι άλλοι τουρκόφωνοι), οι καραμαλήδες (ορθόδοξοι τουρκόφωνοι από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας), οι ντονμέδες (εξισλαμισθέντες εβραίοι), οι φραγκολεβαντίνοι. Ολες αυτές οι εθνότητες ζούσαν σε αρμονία. Στην Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν γκέτο. Οι εθνότητες ήσανε οργανωμένες με διάφορους τρόπους: γειτονιά, επάγγελμα, ενορία (γύρο σε μιαν εκκλησία, ή χάβρα, ή τζαμί). Υπήρχε μια ιδιάζουσα κάθετη και οριζόντια κοινωνική διάταξη. Οι άνθρωποι γνωριζόντουσαν από τις εθνικές τους ενδυμασίες. Οι καβάσηδες ήσαν αρβανίτες, οι φουρνάρηδες ηπειρώτες, οι σέρβοι είχαν πολλά ζαχαροπλαστεία, οι αρμένηδες είχαν το μονοπώλιο του καφέ, οι πλανόδιοι γαλατάδες ήσαν βλάχοι… Βέβαια, θυμάμαι τα πρώτα μου παιδικά χρόνια στην Αθήνα, που στο σπίτι μας την θεωρούσαμε σαν αληθινή πατρίδα μας. Εκείνη την μακρινή εποχή οι παλιοελλαδίτες αντιμετώπιζαν σαν αποικία την Βόρεια Ελλάδα. Αλλωστε, τους κάτοικους της Βόρειας Ελλάδας τους αποκαλούσαν “βούργαρους”. Η σχετική παράδοση συνεχίζεται, μέχρι σήμερα, στα γήπεδα του φουτ-μπολ: κάθε φορά που μια ομάδα της Θεσσαλονίκης κατεβαίνει στην Αθήνα οι αθηναίοι θεατές ουρλιάζουν “έξω οι βούργαροι” και άλλα χειρότερα».
- Μετά τη διαίρεση της Μακεδονίας αυτή η βαλκανική μητρόπολη μετατρέπεται σε επαρχιακή πόλη;
«Πράγματι, από την στιγμή που η Θεσσαλονίκη έχασε την βαλκανική της ενδοχώρα ξέπεσε οικτρά. Παράδειγμα: πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ήταν γεμάτο από ξένα πλοία. Μετά το 1925-1930 τα ξένα πλοία δεν είχανε κανένα λόγο να “πιάσουν” Θεσσαλονίκη. Υστερα από την απώλεια της βαλκανικής ενδοχώρας επακολούθησε κι ένα άλλο θανάσιμο πλήγμα: περίπου 40.000 εβραίοι εγκατέλειψαν για πάντα την Θεσσαλονίκη».
- Πώς αποφασίσατε να στραφείτε στη λαογραφία;
«Οι λαογράφοι αρχίζουν να γράφουν πολύ αργά – συνήθως μετά τα πενήντα τους. Είχα την τύχη ν' αρχίσω το γράψιμο σχετικώς νωρίς. Δουλεύω πάντα πάνω σε θέματα που αγνοούν, ή περιφρονούν, οι πανεπιστημιακοί. Ετσι, δουλεύοντας ουσιαστικώς δίχως βιβλιογραφία, ανατρέχω πάντα στην μνήμη μου, που την χρησιμοποιώ σαν τράπεζα πληροφοριών. Είχα αρχίσει να μαζεύω παλιές φωτογραφίες από τα φοιτητικά μου χρόνια, γύρο στο '50. Ετσι, μου είναι σχετικά εύκολο να δημοσιεύω διάφορα βιβλία για τη Θεσσαλονίκη. Ομως, το πρόβλημα είναι αλλού: δεν μπορείς να γράψεις τις λεζάντες των φωτογραφιών αν δεν κατέχεις απόλυτα την τοπογραφία της Παλιάς Σαλονίκης – μια τοπογραφία που έχει εξαφανιστεί εδώ και τριάντα χρόνια».
- Ποιοι είναι οι συγγραφείς που σας έχουν επηρεάσει περισσότερο;
«Δεν νομίζω ότι έχω δεχθεί συγκεκριμένες επιρροές από συγκεκριμένους συγγραφείς. Ο θεωρητικός οπλισμός μου και η ποιητική μου παιδεία βασίζεται κυρίως στην ελληνική και νεοελληνική γραμματολογία. Η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά. Δουλεύω με αυτή τη γλώσσα. Για να μάθω καλά ελληνικά έπρεπε να μελετήσω προσεκτικά πώς μιλάει ο λαός μας και έπρεπε να διαβάσω τους έλληνες ποιητές και πεζογράφους. Από τους παλιούς αγαπώ τον Καβάφη, τον Κάλβο, τον Καρυωτάκη, τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, τον Βιζυηνό. Δεν μου αρέσει καθόλου μήτε ο Καζαντζάκης, μήτε ο Ρίτσος. Προτιμώ άλλους: τον Αναγνωστάκη, τον Καρούζο, τον Εμπειρίκο, τον Γονατά, τον Ελύτη…»
- Και από τους ευρωπαίους;
«Απεχθάνομαι το περιβόητο esprit francais. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι γάλλοι συγγραφείς που αγαπώ. Και πριν απ' όλους τον Σταντάλ. Θαυμάζω τους ρώσους κλασικούς, την αμερικάνικη λογοτεχνία εν γένει, καθώς και την αγγλική, τους μεγάλους ιταλούς συγγραφείς, ορισμένους σκανδιναβούς (τον Κνουτ Χάμσουν, τον Στρίνμπεργκ), ορισμένους γερμανούς (λέω “ορισμένους” γιατί λόγου-χάρη ο Τουχόλσκι με εντυπωσιάζει περισσότερο από τον Μπρεχτ)».
- Μια από τις πιο τραγικές περιόδους της Ελλάδας είναι η περίοδος του εμφυλίου πολέμου (1946-49). Οι αναμνήσεις σας από εκείνη την περίοδο;
«Ωχ! Το 1990 εδημοσίευσα το βιβλιαράκι “Πτώματα, πτώματα, πτώματα”, όπου μιλάω για την γερμανική Κατοχή (1941-1944) και για τον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949). Νομίζω ότι, η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα είχανε τα πιο ισχυρά κομουνιστικά κόμματα της πολεμικής περιόδου. Το ελληνικό κομουνιστικό κίνημα πνίγηκε στο αίμα. Ομως, η χειρότερη περίοδος που περάσαμε, εμείς οι αριστεροί, ήταν η κρυπτοδικτατορία του Καραμαλή (1955-1963) – κι όχι ο Εμφύλιος Πόλεμος, ή η δικτατορία της Χούντας…»
- Γνωρίζετε το γεγονός ότι περίπου 28 χιλιάδες παιδιά μετά τον εμφύλιο πόλεμο είχαν διασκορπιστεί ως πρόσφυγες σ' όλο τον κόσμο;
«Το ξέρω πολύ καλά. Αλλά αυτά τα αρπαγμένα παιδιά δεν καταγόντουσαν μόνο από την Μακεδονία. Και ήσανε στην πλειοψηφία τους ελληνόπουλα από διάφορες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Και το σπουδαιότερο: η ελληνική φασιστική Δεξιά (υπό την προστασία της βασίλισσας Φρειδερίκης) άρπαξε χιλιάδες άλλα παιδιά και τάκλεισε σε σχολεία-φυλακές που υπήρχαν σ' όλη την Ελλάδα, από την Θεσσαλονίκη ως την Ρόδο».
- Πώς εκτιμάτε την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και του στρατηγού Μάρκου, ο οποίος πρόσφατα αναπαύθηκε;
«Δεν μπορείς να απαντήσεις σε δυο-τρεις αράδες πάνω σε ένα τόσο δύσκολο θέμα. Σήμερα ξέρουμε, πια, ότι ο Στάλιν είχε εγκαταλείψει τους έλληνες αντάρτες, και, ότι, επίσης, ο Τίτο είχε πάψει να ενισχύει τον Δημοκρατικό Στρατό, και, επιπλέον, το καλοκαίρι του '49 είχε αφήσει τον ελληνικό στρατό να μπει στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας και να χτυπήσει πισώπλατα τους αντάρτες. Ο Μάρκος στην κατοχή και στον Εμφύλιο Πόλεμο έπαιξε έναν καλό ρόλο. Ομως, ούτε αυτός κατάφερε να αποτρέψει τους κομουνιστές από την μέθοδο των πολιτικών δολοφονιών».
- Εσείς αντιδράσατε γράφοντας ενάντια στον επίσημο ελληνικό σοβινισμό. Πώς ερμηνεύετε την εμφάνισή του;
«Πιστεύω ότι ο ρατσισμός είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο και ότι είναι αδύνατον να τον ξεριζώσουμε. Και ακριβώς γιαυτό, απαιτείται ένας συνεχής και έντονος αγώνας εναντίον του ρατσισμού, που, ως γνωστόν, εμφανίζεται με πολλές μορφές. Ο νεοελληνικός ρατσισμός οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, στην παιδεία μας που οδηγεί τα ελληνόπουλα στην παρανοϊκή αντιμετώπιση της βαλκανικής πραγματικότητας. Νομίζω ότι, το καλύτερο αντίδοτο κατά του ρατσισμού είναι η βαθιά γνωριμία μεταξύ των λαών.
Οσο για τους τάφους των βογομίλων της Βεύης, τους είδα με τα μάτια μου και τους εδημοσίευσα και στην Αθήνα και στο Παρίσι. Εννοείται πως η Μελίνα Μερκούρη δεν απάντησε ποτέ ούτε στην επίσημη επιστολή μου, ούτε στα άρθρα μου. Ετσι, η ψευτοσοσιαλίστρια υπουργίνα “απόδειξε” πως οι σλάβοι δεν πατήσανε ποτέ το “ιερόν έδαφος” της Ελλάδας!»
- Ποιες είναι οι αναμνήσεις σας από την περίοδο της στρατιωτικής χούντας στην Ελλάδα;
«Η δικτατορία των συνταγματαρχών ήτο περισσότερο γελοία, παρά σκληρή. Ναι, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις βασανισμού. Αλλά, όταν ο Καραμαλής ήταν πρωθυπουργός είχαμε πολύ περισσότερους βασανισμούς. Με την μικρή διαφορά ότι, τότε, εβασάνιζαν τους κομουνιστές, ενώ ο Παπαδόπουλος “απετόλμησε” να βασανίζει πολίτες “πρώτης κατηγορίας” που ανήκαν στο Κέντρο, ή και στην Δεξιά. Αυτοί οι μπουρζουάδες, όταν βρέθηκαν στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, ανακάλυψαν κα-τά-πλη-κτοι ότι η Αστυνομία είχε το “δικαίωμα” να βασανίζει, χρησιμοποιώντα